Ο Juan de Dios Filiberto (συνθέτης του Quejas De Bandoneon) αναπολεί: «Το 1918 συνέθεσα τα tango «La vuelta de Rocha» και «Quejas de bandoneón» στα οποία εισήγαγα την καινοτομία της χρήσης μπάσων στο κομμάτι trio (δηλαδή τη μελωδία που παίζεται στο πιάνο με το αριστερό χέρι). Με αυτές τις συνθέσεις και με το "Brasil" εμφανίστηκα στο διαγωνισμό tango με την υποστήριξη της Asistencia Pública (Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας). Μέχρι τότε μαθήτευα στο Ωδείο Williams και ο Alberto Williams ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου εκεί. Ήμουν αισιόδοξος και γεμάτος ελπίδα αλλά, δυστυχώς, απογοητεύτηκα. Ο Athos Palma τιμήθηκε για ένα tango που είχε συνθέσει».
Παρά την ατυχία αυτή, η μοίρα είχε άλλα σχέδια για αυτό το εκπληκτικό tango με τίτλο "Quejas de bandoneón". Ένα απόγευμα ο Filiberto συνάντησε τον Augusto Berto στον δρόμο. Την εποχή εκείνη ο τελευταίος εμφανιζόταν στο καμπαρέ L'Abbaye (οδός Esmeralda μεταξύ Lavalle και Tucumán) με το κουαρτέτο του που περιλάμβανε τον Peregrino Paulos (βιολί), τον Luis Teisseire (φλάουτο), τον José Sassone (πιάνο) και τον ίδιο στο bandoneon. Αυτό που συνέβη είναι ότι ο Augusto ζήτησε από τον συνθέτη μερικά από τα tango του για να τα κάνει πρεμιέρα στο καμπαρέ όπου έπαιζε.
O Filiberto του έδωσε αμέσως το φύλλο μουσικής του "Quejas de bandoneón". Στην πρεμιέρα του, αν και το κομμάτι αποθεώθηκε από ένα εκκωφαντικό χειροκρότημα, ο συνθέτης δεν μπόρεσε να βρει έναν εκδότη παρά την επιτυχία του. «Μόλις ενάμιση χρόνο αργότερα, το 1920, κατάφερα να το δημοσιεύσω ... και με δικά μου έξοδα».

(Η μουσική παρτιτούρα του Quejas De Bandoneon)
Διασώζεται μια παλιά μουσική παρτιτούρα του κομματιού αυτού, χωρίς όμως ημερομηνία ή αναφορά του εκδότη, που μας κάνει να υποθέτουμε ότι μπορεί να είναι το ίδιο που έκδωσε ο συνθέτης με δικά του έξοδα. Σε αυτό υπάρχουν άγνωστοι στίχοι που υπογράφονται από κάποιον που ονομάζεται Russo (εμφανίζεται μόνο το επώνυμο του) και αρχίζουν με: «Vaga la dulce ilusión / como un recuerdo que flota / y se pierde entre la nota del sonoro bandoneón».
Το “Quejas de bandoneon” έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1944 για να λάβει την απαραίτητη επιτυχία που το τοποθέτησε ανάμεσα στα πιο κλασσικά κομμάτια του tango. Ήταν τότε που o Anibal Troilo το ηχογράφησε σε μία έκδοση που έμεινε ανεξίτηλη στην πάροδο του χρόνου.
