Ο Rodolfo Biagi γεννήθηκε στο San Telmo, σε ένα σπίτι κοντά στη διάβαση των οδών Chacabuco και Estados Unidos. Η παιδική του ηλικία δεν ήταν διαφορετική από εκείνη των άλλων παιδιών: παιχνίδια στον δρόμο και επίσης παιχνίδι με μια μπάλα από κουρέλια σε μια αλάνα που τώρα δεν υπάρχει στη γωνία του δρόμου.
«Το κτίριο του σχολείου όπου μαθήτευα στην πρώτη τάξη εξακολουθεί να υπάρχει εκεί σε καλή κατάσταση. Βρίσκεται στο Sáenz Peña μεταξύ Βενεζουέλας και Belgrano. Ήμουν εκεί μέχρι την τέταρτη τάξη, μετά πήγα στο σχολείο Mariano Acosta και συνέχισα μέχρι να τελειώσω το γυμνάσιο και να αποφοιτήσω ως δάσκαλος. Αλλά ευτυχώς για χάρη της διδασκαλίας δεν δίδαξα ποτέ. Μου άρεσε η μουσική. Ο Roberto Gil ήταν συνάδελφος που αφιέρωσε τον εαυτό του στο γράψιμο και, μεταξύ σοβαρού και αστείου, έγραψε τις απόψεις του για την καθημερινή ζωή και έκδοσε το έργο «Οδός Corrientes, ο δρόμος που δεν κοιμάται ποτέ».
«Άρχισα να σπουδάζω μουσική όταν συνειδητοποίησα ότι πραγματικά μου άρεσε πολύ. Οι γονείς μου δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα γι 'αυτό. Δεν καταλάβαιναν αυτήν την αθεράπευτη αγάπη, γιατί στην οικογένειά μου δεν είχαν σχέση με την μουσική».
«Λοιπόν, υπάρχει ένα άλλο πράγμα που πολλοί άνθρωποι δεν ξέρουν: τα πρώτα μου βήματα ήταν με το βιολί. Έκλαψα τόσο πολύ, επέμεινα και παρακαλούσα ότι οι γονείς μου θα προτιμούσαν να ικανοποιήσουν την επιθυμία μου πριν συμβεί κάποια τραγωδία. Αγόρασαν το βιολί για μένα και με έγραψαν στο μουσικό ωδείο La Prensa με επικεφαλής την κα. María Rosa Farcy de Montal».
«Ο δάσκαλος μου ήταν ο καθηγητής Francisco Rivara ο οποίος σύντομα ανακάλυψε ότι η αληθινή κλίση μου ήταν στο πιάνο. Επειδή, κάθε φορά που έφευγε από το σκαμνί του πιάνο για λίγο, έτρεχα στο πιάνο και έπαιζα οκτάβες και arpeggios και μερικές ακόμα tango μελωδίες».
«Έτσι άρχισα ξανά, υπό το φόβο των γονιών μου ότι αυτό δεν θα ήταν το σωστό όργανο. Αλλά ήταν. Σε τέτοιο βαθμό που σε ηλικία δεκατριών ετών έκανα το ντεμπούτο μου ενώπιον του ακροατηρίου. Ήταν στο Cine Colón, στην οδό Entre Ríos, όπου παίζαμε κατά τη διάρκεια των διαλλειμάτων και επίσης έπαιζα κατά την διάρκεια των βουβών ταινιών για να δημιουργήσω το κατάλληλο κλίμα».
«Είτε τυχαία, είτε επειδή του είχε πει κάποιος, μια μέρα ο Juan Maglio εμφανίστηκε στο κινηματογραφικό θέατρο. Ήρθε πιο κοντά και ακούμπησε στο πιάνο. Όταν τελείωσα να παίζω, άγγιξε τον ώμο μου με το χέρι του, γεγονός που μου προκάλεσε ένα άγνωστο συναίσθημα και μου είπε: «Μικρέ, θα ήθελες να έρθεις μαζί μου στο Nacional;». «Ήταν ο καθεδρικός ναός του tango, ότι πλησιέστερο δηλαδή σε δημοτικότητα. Ήμουν δεκαπέντε και δεν ξέρω γιατί δεν λιποθύμησα την ημέρα εκείνη του ντεμπούτου. Ήμουν πιανίστας του Pacho».
«Με υποστήριζε σε όλη τη διαδρομή. «Έλα, αγόρι», με ενθάρρυνε από την αρχή. Συνεργαστήκαμε για δύο χρόνια μαζί στο El Nacional και αργότερα ξεκινήσαμε στο μπαρ Domínguez, στην οδό Corrientes μεταξύ Paraná και Montevideo, στο πεζοδρόμιο από την βόρεια πλευρά. Εκεί, από τη σκηνή, είδα όλο το πλήθος προσώπων της επικαιρότητας του Buenos Aires».
«Στη συνέχεια άλλαξα ορχήστρα και μαγαζί. Μπήκα στην ορχήστρα του Miguel Orlando που έπαιζε στο Maipu Pigall. Εκεί έπαιξα μαζί με τον Elvino Vardaro, τον Cayetano Puglisi, τον Juan Bautista Guido και γνώρισα τον Carlos Gardel».
«Δεν μπορώ να πω ότι έγινα φίλος του παρά το γεγονός ότι πολλά αντιφατικά πράγματα έχουν ειπωθεί για τον Gardel και για τον τρόπο με τον οποίο θεωρούμασταν φίλοι. Τον θαύμαζα ως καλλιτέχνη και η μεγαλύτερη μου υπερηφάνεια ήταν ότι είχα καλλιτεχνική σχέση μαζί του».
«Επισκεπτόταν πολύ συχνά εκείνο το μαγαζί και ένα βράδυ ο José Razzano ήρθε να με δει εκ μέρος του. Ήταν το 1927. Μου είπε ότι τον ενδιέφερε να τον συνοδέψω στις ηχογραφήσεις. Μέχρι εκείνη την εποχή συνοδευόταν μουσικά μόνο από κιθάρες, γι’ αυτό και ήλπιζε για κάτι άλλο. Καταλήξαμε σε συμφωνία και σχηματίσθηκε μια ορχήστρα με τους Antonio Rodio στο βιολί, Ángel Riverol, José María Aguilar, Carlos Cabral και τον Julio Vivas στις κιθάρες και εμένα στο πιάνο».
«Ηχογραφούσαμε στα στούντιο Max Glücksmann, όπου τώρα βρίσκεται το κινηματογραφικό θέατρο Grand Splendid, στην οδό Santa Fe, λίγα μέτρα από το Callao. Έχω πολλές αναμνήσεις από εκεί, αλλά κρατώ μία που σήμαινε πολλά για μένα γιατί έδειξε την πνευματική μεγαλοπρέπεια και τη γενναιοδωρία του. Εκείνη τη περίοδο είχα κάποια οικονομικά προβλήματα και έτσι ζήτησα από τον Razzano να μου δώσει μία προκαταβολή. Δεν έφερε καμία αντίρρηση και μου έδωσε τα χρήματα. Έτσι ήμουν σε θέση να διορθώσω κάποια πράγματα. Οι πρόβες και η ανταλλαγή απόψεων συνεxίζονταν. Η κοινή ζωή μας, με έκανε να εκτιμήσω τον Gardel ενώ παράλληλα ηχογραφούσαμε. Όταν ο Razzano μας πλήρωσε, το ποσό ήταν πλήρες. Του είπα μπροστά στον Carlos ότι έπρεπε από το ποσό να μου κρατήσει την προκαταβολή. Αλλά ο Carlos με διέκοψε: «Δεν έχει σημασία, μικρέ. Η δουλεία που κάνεις αξίζει και το κέρδισες αυτό τίμια». Αυτή η στάση του, κέρδισε την ευγνωμοσύνη μου και τον σεβασμό προς εκείνον για πάντα».
«Μερικές εβδομάδες αργότερα, ο Gardel θα ταξίδευε για Ισπανία και μου πρότεινε να πάω μαζί του. Θεώρησα ότι ήμουν πολύ νέος για αυτό το εγχείρημα αφού ήμουν μόλις είκοσι ετών. Τον ευχαρίστησα για την εμπιστοσύνη του, αλλά επέλεξα να μείνω. Ο Juan Guido με είχε καλέσει να συμμετάσχω στην ορχήστρα του. Το ντεμπούτο μας ήταν στο Cine Real. Ήταν η πρώτη φορά που μία ορχήστρα σε πλήρη μορφή έπαιζε μουσική για ταινίες. Οι άλλες ορχήστρες ήταν η ορχήστρα κλασσικής μουσικής που διεξήγαγε ο maestro Fontova και η ορχήστρα τζαζ της Βερόνας, η οποία είχε τον Lucio Demare στο πιάνο. Αργότερα ξεκινήσαμε στο Cine Suipacha όπου έκανε εγκαίνια».
«Το κοινό στο σινεμά ήταν διαφορετικό από αυτό στο καμπαρέ. Υπήρχε μια θεμελιώδης διαφορά. Οι θεατές ήταν λίγο αποσυνδεδεμένοι από τη μουσική, απορροφημένοι από το τι συνέβαινε στην οθόνη. Στα άλλα μαγαζιά υπήρχε μία άμεση σχέση, μια επικοινωνία. Αυτό το συναίσθημα ήταν μια μεγάλη έλξη και αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο επέστρεψα στο Pigall που είχε ήδη μετονομαστεί σε ‘Casanova’. Εμφανίστηκα εκεί ως μέλος της ορχήστρας του Juan Canaro».
«Το ντεμπούτο μου στο Radio Cultura ήταν με τον Maglio. Αργότερα με τον Juan Canaro εμφανιστήκαμε σε μεγάλες ραδιοφωνικές εκπομπές στο Cine París που διοργανώθηκαν από τον ραδιοφωνικό σταθμό με το ίδιο όνομα. Ο σκηνοθέτης ήταν ο Claudio Martínez Payva και μεταξύ του καστ ήταν η ομάδα τζαζ Rudy Ayala, η Tita Merello, ο Fernando Ochoa, οι αδελφές Desmond και ο Juan Carlos Thorry. Με το Thorry συνθέσαμε μία tango επιτυχία, το "Indiferencia", που μπήκε στο ρεπερτόριο των πιο δημοφιλών ορχηστρών και είχε συμπεριληφθεί σε δίσκους των Juan D'Arienzo, Hugo del Carril, Francisco Lomuto και Francisco Canaro. Πολύ αργότερα ξανασυναντηθήκαμε και γράψαμε ένα λαϊκό τραγούδι: Το "Tu promesa" ».
«Η πρώτη μου περιοδεία ήταν το 1935 με τον Juan Canaro στο Rio Grande do Sul, στη Βραζιλία. Υπήρχε πολύ αγάπη στη Βραζιλία για το tango».
«Στην επιστροφή μας, χωρίστηκα με τον Canaro και έμεινα χωρίς δουλειά για κάποιο χρονικό διάστημα, παρόλο που δεν ήμουν έξω από το περιβάλλον του tango. Συνήθιζα να πηγαίνω συχνά στο Chantecler όπου έπαιζε ο D'Arienzo, ο οποίος ήταν φίλος μου. Ο πιανίστας του ήταν τότε ο Luis Visca. Πολλές φορές προσκλήθηκα να τον αντικαταστήσω επειδή πάντα ήταν λίγο άρρωστος. Όταν η υγεία του ήταν ακόμα χειρότερη, ήταν φυσιολογικό να γίνω ο αναπληρωτής του και έτσι άρχισε ένα σημαντικό στάδιο στην καριέρα μου».
«Όσον αφορά το ύφος μου, πάντα ήλπιζα να τοποθετήσω το πιάνο σε διαφορετικό επίπεδο από αυτό που χρησιμοποιούσαν οι τυπικές ορχήστρες tango. Έτσι όταν συνόδευσα τον D'Arienzo κατάφερα να το κάνω πραγματικότητα. Ήμουν μαζί του από τον Δεκέμβριο του 1935 έως τον Ιούνιο του 1938».
«Το 1938, όταν σχημάτισα τη δική μου ορχήστρα για να κάνει το ντεμπούτο της στο Radio Belgrano, ο επικεφαλής της διαφήμισης της εταιρίας Palmolive, κ. Juan Carlos Bergeroc, με ονόμασε «Μαγικά Χέρια». Έκανα το ντεμπούτο μου στο "El Marabú" στις 16 Σεπτεμβρίου και δεκαπέντε μέρες αργότερα στο Radio Belgrano. Είχα μια θητεία 20 ετών εκεί. Υπήρξε και μια μικρή σεζόν στο Radio Splendid στο μεταξύ».
«Ο πρώτος μου τραγουδίστής ήταν ο Teófilo Ibáñez, ο οποίος κέρδισε επιτυχία με πολλές συνθέσεις μου αλλά και με μία σύνθεση του Francisco Gorrindo: Το «Gólgota». Αργότερα ο Andrés Falgás, με την σύνθεση "Cicatrices". Επίσης συνεργάστηκα με τον Jorge Ortiz, τον Alberto Amor, τον Carlos Saavedra και τα τελευταία εννέα χρόνια με τον Hugo Duval. Τώρα καταγράφω στην Columbia».
Στους προαναφερόμενους τραγουδιστές πρέπει να προστεθούν οι Carlos Heredia, Alberto Lago και Carlos Almagro, ο οποίος ήταν και ο τελευταίος τραγουδιστής του. Ξεκίνησε να καταγράφει το 1927: ηχογράφησε δύο σόλο για πιάνο για τον δίσκο του στην Victor: "Cruz diablo" (ένα δικό του tango) και το "El carretón". Αργότερα με την ορχήστρα του, από το 1938, ηχογράφησε 186 κομμάτια. Εκτός από το προαναφερθέν «Cruz diablo», έγραψε επίσης τα εξής: «Humillación», «Amor y vals», «Como en un cuento», «Gólgota», «Magdala», «Por tener un corazón», «Campo afuera», «Por la güella», «¡Oh mama mia!! », «Dejá al mundo como está» και «Indiferencia».
Πηγή: (http://www.todotango.com/english/history/chronicle/286/Biagi-Interview-to-Rodolfo-Biagi-in-1960/)
